Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα συνεργατική ποίηση

νυχτερινοί επισκέπτες

Ο ήλιος φωτίζει το πρόσωπό μου, το παράθυρο μπάζει αέρα και η κουρτίνα μου χαϊδεύει τη μύτη. Δεν το αξίζω αυτό. Θα πω ένα τραγούδι σήμερα, ένα τραγούδι που δεν θα καταλήξει σε ουρλιαχτό. Θα έμενα έτσι και αλλιώς σπίτι. Θα διεκπεραιώσω τη μέρα μου. Μέρα με ημερομηνία λήξης εξ ορισμού... - και η νύχτα τι κάνει, ρώτησε. - υφαίνει το δίχτυ του χάους της. - τι εννοείς; - πρέπει πάντα να εννοώ κάτι; Δε σ αρκεί που απλά κείμαι εδώ; - όχι, απάντησε. Και γύρισε μια ακόμα σελίδα, διεκπεραιωτικά. Σελίδες χωρίς αρίθμηση. Γιατί να μετράς μέρες που στην ουσία δεν τις έζησες; Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να κάνω, αλλά οι μέρες μου παραμένουν άδειες. Μακάρι να πετούσα, είναι τόσα πολλά τα αστέρια και τα σύννεφα που θέλω να πιάσω, να κυνηγώ μέρα νύχτα, αλλά η λογική με σταματά και μου φωνάζει "σταμάτα, σταμάτα να κυνηγάς τα σύννεφα και πήδα." Κυνηγώντας μια χίμαιρα, πνίγηκε η φωνή της Λογικής. Κάπου στα ανοιχτά του δειλινού ξεβράστηκε μια στάλα άναρθρης ψυχής. ...

αεί

Αεί. Πάλλεται η αυγή σε οριζόντια γραμμή Την ώρα τη νεκρή που η φύση υποχωρεί Σε νέα Ανατολή, έτοιμη να εκραγεί Προβάλλεται η ψυχή στην παλλέτα την υγρή Η θάλασσα βουβή, παραδομένη αδημονεί, εις των Ιχθύων τη σιγή, στο θαύμα να δεθεί. Με των πουλιών το στρόβιλο, η ζέση στωική Και η νιόση αναβλύζει χρώματα διαφανή Με δύναμη και ορμή γεννιέται η μορφή Η θάλασσα καθάρια, ενώνει ουρανό και γη Ο ήλιος καθρεφτίζεται την ύστατη στιγμή Ενώπιον της πλάσης με συναίνεση ιερή Η μία συμπλήρωνε την άλλη / λέξη λέξη Μαρίες και οι δύο Το ποίημα δομήθηκε λέξη-λέξη, στίχο-στίχο και εικόνα-εικόνα

αποκαλόκαιρο*

Σου είπα, Όσα ξεκινήσαμε διαδικαστικά κι απρόθυμα, βρίσκονται απείθαρχα πεταμένα σε ξεχασμένα οστεοφυλάκια της μνήμης. “Και μας ευγνωμονούν”, συμπλήρωσες. "Και μας ευγνωμονούν, όπως θες", σου είπα. Η ευγνωμοσύνη κι η συγχώρεση επειδή είναι οι δύο όψεις του τέλους, είτε στοιβαγμένο σε δημοτικά οστεοφυλάκια ή ιδιωτικά συρτάρια με αναμνηστικά. "Αλλά και δε τα αφοράμε, όσο κι αν μας αφορούν", συμπλήρωσα. Και σε συγκράτησα πριν πεις πως πολλές άθλιες συρραφές του χρόνου θα έπρεπε να εξοστρακίσουμε και να διαιρέσουμε τα συρτάρια με τα προϊόντα του χρόνου, προϊόντος του χρόνου. Ήξερα πως θα μπλέξεις το νήμα με λέξεις, άλλη μια ακροβασία στην λήθη και την μνήμη. "Να θυμάσαι ή να ξεχνάς; Πες μου με μια λέξη" Έτσι, βιαστικά σε πρόλαβα. Και σε συγκράτησα γνωρίζοντας πως θα πεις πως πολλές άθλιες συρραφές του χρόνου θα έπρεπε να εξοστρακίσουμε και να διαιρέσουμε τα συρτάρια με τα προϊόντα του χρόνου, προϊόντος του χρόνου. Κι εσύ μ...

πανηγύρι.

©pollock Όλα τ' αυτονόητα κάποια στιγμή θα μάς αφήσουν το χέρι για μια στιγμή στο πανηγύρι και θα χαθούν στο πλήθος. Σαν ενόχλημα στο στομάχι από γεύση μπερδεμένη, σουβλάκι με χαλβά και με μια ατελείωτη βουή γεννήτριας οι μέρες θα περνάνε. Οι μέρες που περνάνε δεν είναι οι μέρες που θα έρχονταν. "Είμαστε πάντα στο μεσοδιάστημα και στη μετάβαση, στον μεσαίωνα" ήταν η τελευταία σοβαρή μας κουβέντα. Είπες "διψάω" και το έσκασες κι εσύ σαν αυτονόητο. Κι ίσως ζηλεύω ακόμη. Τώρα πιο πολύ από ποτέ. Την δύναμη της δίψας και της αλαζονικής σου περιέργειας. Δεν ήμουν εγώ ο πρώτος που χάθηκα λοιπόν. Όλα τ' αυτονόητα κάποτε θα χαθούν. Οι μέρες που δεν έρχονται είναι κι οι μέρες που δεν περνάνε. Ο πόνος στο στομάχι πια θυμίζει εσένα κι εσένα. *εκείνη μίλησε με γράμματα στητά / εκείνος μίλησε με γράμματα επιτονισμένα. Όπου εκείνη, Νεφέλη / όπου εκείνος, Σταμάτης. >> το κείμενο δημιουργήθηκε με την συνέχιση κάθε επόμενου στίχου σε ταυτόχρο...

λύτρωση.

©ikb Αφήνω στο φως τη σκιά μου σαν ένα μαντήλι που το φοράει σα γάντι ο αέρας, αν ποτέ η σκιά μένει σε ένα σημείο ή αν όχι, ας πάει πέρα-δώθε καθηλωμένη στο φανταστικό παρόν της. Ας μένει πάντα εδώ, τόσο παντού, ψίθυρος, μνήμη, φαντασία, εδώ, πουθενά -φόρα με, Συ- καθηλωμένη στο σημείο της πρώτης συνάντησης. Άλλωστε η φόρα είχε από εκείνη την μέρα την φορά μιας φθοράς παρατεταμένης. Άσε με -εμένα και τις παρηχησεις μου- μια φορά να λαμπύριζες στις ηλεκτρομαγνητικές καταιγίδες των νευρώνων μου καθώς σε αγγίζω, αλλά να που η φθορά πήρε τη λάμψη της λιακάδας. Αβέβαιος παραμένω, αβέβαιος, όπως χθες στο λιόγερμα που είδα εσένα ή διάβασα για εσένα πρώτη φορά, είμαι σαστισμενος και αβέβαιος, αβέβαιος τόσο που χάνω και το φύλο μου, δεν έχει σημασία καν το σώμα Μου, μουδιασμένος, αβέβαιη, όπως χτες -ας πω χτες, αν και πια δεν ξέρω- που είδα ή διάβασα ή άκουσα για σένα πρώτη φορά -αν ήταν κι η πρώτη- είμαι σαστισμένη κι αβέβαιος και σίγουρα καθηλωμένος πέρα-δώθε πηγαίνοντας στο σημείο της...

φθορά.

©Dali [ εδώ μπορείτε να ακούσετε έναν ρυθμό 2/4 ] Μαδημένες ώρες πέταλο πέταλο, φύλλο φύλλο, αδιάκοπος ρυθμός 2/4 της φθοράς. Γιατί βέβαια, έχουν οι άνθρωποι κάθε τόσο να λογαριάζουν και την φθορά. Να τη πάλι, μπλέκεται η φθορά! Φθίνει, φτάνει, φτύνει, φύσει άφατη, φαιά, φρουρά της πλήξης ή φορέας της ή μήπως ο αμφορέας της; Η απάντηση περιττή. Δες μάζεψαν πάλι πύον οι σταλαγμίτες. Τόσο διήρκησε ένα σου βλεφάρισμα. Βλέφαρο ανοίγει, βλέφαρο κλείνει, βλέφαρο βλέφαρο, αδιάκοπος 2/4 ρυθμός του μονταζ. Ίσως, εν πάσει περιπτώσει, αιώνας δεν είναι μονάδα μέτρησης, είναι επούλωση για μερικά χιλιοστά. *εκείνη μίλησε με γράμματα στητά / εκείνος μίλησε με γράμματα πλαγιαστά. Όπου εκείνη, Νεφέλη / όπου εκείνος, Σταμάτης .  >> το κείμενο αυτό δημιουργήθηκε με την συνέχιση του επόμενου στίχου από τον έναν ύστερα από την αποκάλυψη των δύο τελευταίων λέξεων του προηγούμενου στίχου από τον άλλον σε ταυτόχρονο chatting. Η ενοποίηση γίνεται ύστερα από την αποκά...