Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

λύτρωση.

©ikb

Αφήνω στο φως τη σκιά μου σαν ένα μαντήλι που το φοράει σα γάντι ο αέρας,
αν ποτέ η σκιά μένει σε ένα σημείο ή αν όχι, ας πάει πέρα-δώθε καθηλωμένη στο φανταστικό παρόν της.
Ας μένει πάντα εδώ, τόσο παντού, ψίθυρος, μνήμη, φαντασία, εδώ, πουθενά -φόρα με, Συ- καθηλωμένη στο σημείο της πρώτης συνάντησης.
Άλλωστε η φόρα είχε από εκείνη την μέρα την φορά μιας φθοράς παρατεταμένης.
Άσε με -εμένα και τις παρηχησεις μου- μια φορά να λαμπύριζες στις ηλεκτρομαγνητικές καταιγίδες των νευρώνων μου καθώς σε αγγίζω, αλλά να που η φθορά πήρε τη λάμψη της λιακάδας.
Αβέβαιος παραμένω, αβέβαιος, όπως χθες στο λιόγερμα που είδα εσένα ή διάβασα για εσένα πρώτη φορά, είμαι σαστισμενος και αβέβαιος, αβέβαιος τόσο που χάνω και το φύλο μου, δεν έχει σημασία καν το σώμα Μου, μουδιασμένος, αβέβαιη, όπως χτες -ας πω χτες, αν και πια δεν ξέρω- που είδα ή διάβασα ή άκουσα για σένα πρώτη φορά -αν ήταν κι η πρώτη- είμαι σαστισμένη κι αβέβαιος και σίγουρα καθηλωμένος πέρα-δώθε πηγαίνοντας στο σημείο της πρώτης συνάντησης.
- Αποφεύγεις να είσαι συγκεκριμένος. Τι έγινε τότε στο άχρονο της επαφής -ή καλύτερα της αφής. Πες σαν να μην έχω αυτιά, σαν να μην βλέπω το στόμα σου που μιλά. Κάνε λέξεις αυτό το εκκρεμές.
Αχ, μιλώ σαν να 'μαι δυο, εγώ που δεν αντέχω καν να είμαι ένας. Και μιλώ σαν μνήμες δυο, εγώ που με βαραίνουνε οι λήθες και που οι ίδιες μου οι λέξεις δεν έχουν ήχο γιατί είναι σαν να μην έχεις αυτιά και που δεν κινούν τα χείλη γιατί είναι σαν να μην βλέπεις το στόμα μου, παρά γράμματα, σώματα με σκιές αφημένες στο φως σαν ένα μαντήλι που το φοράει σα γάντι ο αέρας.
Αφαιρώ- αυτό είναι- τώρα αφαιρώ, από τον αέρα το δικαίωμα να φοράει αυτό το σκιερό γάντι, και το ολοφώτιστο πέπλο λυγίζει κι ανοίγει και προχωράει και πάει πέρα μακριά από την ακτή μου, στην κοιλάδα την εύφορη, και σε βλέπω για πρώτη τελικά φορά εκεί. Σσσς! Να μου εξηγήσεις εκλιπαρώ το όνειρο. Λες, είναι ο παναρχαιος χρησμος. Σε ακούω! Σσσσς!

*εκείνη μίλησε με γράμματα πλαγιαστά / εκείνος μίλησε με γράμματα στητά.
Όπου εκείνη, Νεφέλη / όπου εκείνος, Σταμάτης.
>> το κείμενο δημιουργήθηκε με την συνέχιση κάθε επόμενου στίχου με την προϋπόθεση να ξεκινά με το ίδιο γράμμα και να τελειώνει με το ίδιο γράμμα κάθε φορά (α/αρχή - ς/κατάληξη στίχων) σε ταυτόχρονο chatting με πλήρη αποκάλυψη εξαρχής κάθε προηγούμενου στίχου για τη συνέχιση του επόμενου. Κατά τη διαδικασία της συγκόλλησης δεν υπήρξε καμία επιπλέον επεξεργασία.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

εν λήμνω 1.

©monet Κοίτα, είναι ξεκάθαρο πια: δε χαρίζεται κανείς. Καθείς κοίτα, την χάρη και την χαρά. Τι απλουστεύσεις, τι γενικεύσεις, δεν είναι έτσι. Είναι άχαροι οι άνθρωποι, αχέροντες, στα νερά τους κάνουν βαρκάδα οι εξαιρέσεις κι οι εξειδικεύσεις. Βουλιάζει εντός ο κόσμος. (Κι) οι πιο ωραίες λέξεις, που έχω μάθει χωράνε μέσα τους ολόκληρη την λέξη ποίηση. Καμιά φορά για ν' αποφύγω την καταβύθιση, σκέφτομαι λέξεις, όπως κο(μ)πος-το-ποίηση. Χαρο-ποίηση: χάρη, χαρά, χάρος. Κοίτα, είναι ξεκάθαρο πια, δεν πεθαίνει κανείς. Καθείς κοίτα, την χάρη και την χαρά. Δεν είναι έτσι. Πρέπει να γλιτώσω -βουλιάζω- εμπρός! Όσες λέξεις μπορώ να σκεφτώ γρηγορότερα με β' συνθετικό την -ποίηση. Να! Μια μεγάλη οικογένεια λέξεων. Γεμάτη χαρά. Γεμάτη χάρη. Γεμάτη χάρο. Τόσο ξεκάθαρο, όσο ανώφελο. *εκείνη μίλησε με γράμματα πλαγιαστά / εκείνος μίλησε με γράμματα παχιά. Όπου εκείνη, Νεφέλη / όπου εκείνος, Σταμάτης. >> το κείμενο δημιουργήθηκε με την συνέχιση κάθε επό...

πανηγύρι.

©pollock Όλα τ' αυτονόητα κάποια στιγμή θα μάς αφήσουν το χέρι για μια στιγμή στο πανηγύρι και θα χαθούν στο πλήθος. Σαν ενόχλημα στο στομάχι από γεύση μπερδεμένη, σουβλάκι με χαλβά και με μια ατελείωτη βουή γεννήτριας οι μέρες θα περνάνε. Οι μέρες που περνάνε δεν είναι οι μέρες που θα έρχονταν. "Είμαστε πάντα στο μεσοδιάστημα και στη μετάβαση, στον μεσαίωνα" ήταν η τελευταία σοβαρή μας κουβέντα. Είπες "διψάω" και το έσκασες κι εσύ σαν αυτονόητο. Κι ίσως ζηλεύω ακόμη. Τώρα πιο πολύ από ποτέ. Την δύναμη της δίψας και της αλαζονικής σου περιέργειας. Δεν ήμουν εγώ ο πρώτος που χάθηκα λοιπόν. Όλα τ' αυτονόητα κάποτε θα χαθούν. Οι μέρες που δεν έρχονται είναι κι οι μέρες που δεν περνάνε. Ο πόνος στο στομάχι πια θυμίζει εσένα κι εσένα. *εκείνη μίλησε με γράμματα στητά / εκείνος μίλησε με γράμματα επιτονισμένα. Όπου εκείνη, Νεφέλη / όπου εκείνος, Σταμάτης. >> το κείμενο δημιουργήθηκε με την συνέχιση κάθε επόμενου στίχου σε ταυτόχρο...

οι μέρες μάς

©schiele Οι μέρες μάς βαραίνουν πιο πολύ από τα χρόνια και σώματα πιο πολύ από ιδέες που νηπενθείς χορεύουν στα συρτάρια της λήθης την απαρηγόρητη μελωδία, που μην πενθείς, συνορεύουν στα συρτάρια με ό,τι θυμάσαι και πια δεν τα ακούς. Με τ' αβίδωτο χερούλι παλεύει η σωρεία να νικήσει τον χρόνο, τον χορό κι έναν απείθαρχο Θεό. Με το ξεβιδωμένο χέρι του να στέκει στη μεριά του στο κρεβάτι -αυτή που μεσολαβεί ανάμεσα στη μεριά μου και το συρτάρι στο κομοδίνο- και να παλεύει η σωρός μου να νικήσει τον χρόνο μας, τον χώρο μας κι τον ανθυπείθαρχο θεό μας και έτσι που στάζει στο μαξιλάρι το όνειρο και ο ύπνος προσκρούει στις εποχές, λιτανεύω για πράγματα αδιάφανα κι ίσως αδηφάγα. Οι μέρες μάς βαραίνουν πιο πολύ από τα χρόνια και σώματα πιο πολύ από ιδέες και τα λόγια πιο από τα πράγματα. Με ρουφά κ με φτύνει, μια Σκύλλα, μια Χάρυβδη το μαξιλάρι κι οι εποχές βγάζουν ανθό στο σημείο του τραύματος κι εμείς βγάνουμε φτερό στο σημείο που πλακώνουμε στον ύπνο μας κι οι λιτανείες μ...